Χριστούγεννα
του Σταμάτη Μαμούτου

Δεν υπάρχει αμφιβολία… είναι πραγματικά θλιβερό να βλέπει κανείς ανθρώπους αγχωμένους και πλήρεις φόρτου εργασίας κατά τις γιορτινές ημέρες των Χριστουγέννων. Βέβαια, είναι ακόμη πιο θλιβερό το να διαπιστώνει κανείς ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν διαθέτουν την στοιχειώδη άνεση να πλαγιάσουν σε ένα ζεστό κρεβάτι και αδυνατούν να εξασφαλίσουν ακόμη κι ένα πιάτο φαγητό. Ωστόσο, οι συνάνθρωποί μας αυτοί εκφράζουν την πραγματικότητα ενός σοβαρού κοινωνικού προβλήματος, το οποίο δεν συνδέεται ουσιαστικά με τις ημέρες αυτές, άσχετα αν το γενικότερο χριστουγεννιάτικο κλίμα κάνει την εντύπωση που δημιουργεί (το πρόβλημα αυτό) πιο αλγεινή.

Τα Χριστούγεννα αποτελούν την χρονική εκείνη περίοδο, κατά την οποία η φλόγα που ζεσταίνει τα άδυτα του συναισθηματικού κόσμου των ανθρώπων1 αναζωπυρώνεται, με αποτέλεσμα την εκτύλιξη των ψυχικών προδιαγραφών και τη δημιουργία έντονων διαθέσεων. Διαθέσεων «σκοτεινών», όπως λόγου χάρη η μελαγχολία για την εγκατάλειψη που βιώνουν και για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κάποιοι συνάνθρωποί μας, αλλά και διαθέσεων «φωτεινών» που χαρίζουν ζωτική ενέργεια.

Εδώ ανιχνεύω και το πρόβλημα με το οποίο θα καταπιαστεί το άρθρο αυτό. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι κάποιοι έχουν φροντίσει να δημιουργήσουν στο κλίμα αυτών των ημερών πληθώρα περισπασμών, με κυριότερο όλων αυτόν που αφορά τα επαγγελματικά ζητήματα, προκειμένου να εγκλωβίσουν την πλειονότητα των ανθρώπων σε συμπεριφορές εργαλειακές, ψυχρές και πεζές, οι οποίες την προσανατολίζουν σε τρόπους ζωής απόμακρους από την πηγή της συναισθηματικής φλόγας και την χριστουγεννιάτικη σπίθα της ζωής.

Ορισμένοι οφείλουν να καταλάβουν ότι τα Χριστούγεννα σηματοδοτούν μια ξεχωριστή περίοδο για όλο το δυτικό και τον χριστιανικό κόσμο. Αν τα εξετάσουμε ως συμβάν θρησκευτικού χαρακτήρα, θα διαπιστώσουμε ότι αποτελούν την πλέον σημαντική εορτή την οποία αντιλαμβάνονται και τα τρία κύρια χριστιανικά δόγματα με τον ίδιο τρόπο2. Όμως το θέμα δεν έχει να κάνει μόνο με τη θρησκευτική του υπόσταση. Τα Χριστούγεννα αποτελούν το συμπύκνωμα ψυχικών ανατάσεων και πολιτιστικών εμπειριών, που πηγάζουν από το ιστορικό και θρησκευτικό γεγονός της γέννησης του Χριστού και από τους τρόπους με τους οποίους, οι κοινωνίες και τα έθνη, συμπεριφέρονται για να το βιώσουν και να το γιορτάσουν.
Χριστούγεννα στη δική μου συνείδηση είναι η γέννηση του Θεανθρώπου και η επέτειός της που εορτάζεται κάθε χρόνο, αλλά όχι μόνο αυτή. Χριστούγεννα είναι η οργανικότητα της εκκλησίας και η ατμόσφαιρα των φωτισμένων από το γλυκό φως των κεριών ψηλοτάβανων ναών. Χριστούγεννα είναι το χιονισμένο και στολισμένο έλατο ή το φωτεινό καραβάκι. Χριστούγεννα είναι η φαντασίωση της εικόνας των τριών μάγων με τα δώρα που οδηγούνται μέσα στη νύχτα από το φωτεινό αστέρι στο νεογέννητο Βασιλιά, ο οποίος κείτεται στη φάτνη. Χριστούγεννα είναι τα καθιερωμένα γλυκά και τα εδέσματα που ευωδιάζουν στο ζεστό σπίτι. Χριστούγεννα είναι ο μύθος των καλικάντζαρων και των ξωτικών, τα λαμπάκια που διαχέουν το παιχνιδιάρικο φως τους στη σάλα και στο μπαλκόνι3, οι στολισμένοι δρόμοι, το βελούδινο ημίφως του απογεύματος, τα παιχνίδια και τα δώρα4, τα κάλαντα και ο μικρός τυμπανιστής, οι αναμνήσεις των εορταστικών εκδηλώσεων του δημοτικού μου σχολείου, τα σχετικά με το κλίμα των ημερών βιβλία του Καρόλου Ντίκενς και του Κλέμενς Κλαρκ Μουρ, η οικογενειακή θαλπωρή, οι συναντήσεις με τους φίλους, οι ατμοσφαιρικές και επικές κινηματογραφικές ταινίες5, το συμβολικό ρίσκο κάποιων χρημάτων στα τυχερά παιχνίδια και φυσικά ο Άγιος Βασίλης. Ο αγαπημένος μας άγιος που έχει αποτελέσει πολλάκις τον στόχο αμάθαστων «πραγματιστών», ανιφτόποδων «τενεκέδων» και όχι μόνο, οι οποίοι τον παρουσιάζουν ως αμερικανική έμπνευση που, δήθεν, δεν έχει σχέση με τον πραγματικό άγιο, αγνοώντας ότι η ρίζα του αρχετύπου αυτού ανιχνεύεται στις παραδόσεις του αρχαίου ευρωπαϊκού βορρά, στις οποίες υφίσταται η ύπαρξη ενός καλόκαρδου γίγαντα που αφήνει δώρα στις πόρτες του κόσμου κάθε πρώτη μέρα του χρόνου. Αγνοώντας δηλαδή, ότι ο άγιος Βασίλης αποτελεί ένα από τα σημεία ανάδειξης της ενότητας του αρχαίου, μεσαιωνικού και νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως και το στολισμένο έλατο επίσης. Χριστούγεννα λοιπόν, είναι όλα αυτά, ενδεχομένως και πολλά άλλα ακόμη.

Κάποιοι βέβαια δεν μπορούν να το νιώσουν. Οι trendies τύποι με τα γελοία χτενίσματα και τα κακόγουστα πανάκριβα ρούχα της μόδας, αυτοί που περιτυλίγουν την ατομικιστική τους υστερία με «επικοινωνιακό» ύφος και υποκαθιστούν τις ανύπαρκτες ανησυχίες τους με την πλέον επιπόλαιη κι εκνευριστική αισιοδοξία, ίσως να αντιλαμβάνονται τα Χριστούγεννα ως μια χρονική περίοδο που παρέχει την ευκαιρία για εντονότερο clubbing. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που με ενδιαφέρει.

Από την άλλη, οι κοπελίτσες που καταπιάνονται με τα «συνταρακτικά» προβλήματα του χρώματος που θα έχουν οι ανταύγειες των μαλλιών τους και των νέων ρούχων που θα πρέπει να αγοράσουν, που αντιμετωπίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις ως καθημερινές επενδύσεις ενός χρηματιστηρίου κοινωνικής ισχύος και αντανακλούν τα πρότυπα μιας ελεεινής τηλεοπτικής σειράς που προβαλλόταν κατά τα εφηβικά μου χρόνια έχοντας τον τίτλο «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χίλς», μπορεί πράγματι να μην βιώνουν και να μην αντιλαμβάνονται διόλου το πνεύμα των Χριστουγέννων. Ωστόσο, κι αυτό είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει.

Τέλος, είναι σαφές πως ούτε και εκείνοι οι τύποι που έχουν διαβάσει ένα- δυο πολιτικά μανιφέστα και αγνοούν την ύπαρξη έστω κι ενός αξιόλογου κειμένου, που έχουν αφήσει τα γένια τους να πιάσουν ψείρες και που περιφέρουν τις παρασιτικές τους υπάρξεις ανάμεσά μας, θεωρώντας τους εαυτούς τους ως πνευματικούς ανθρώπους κι ως επαναστάτες, είναι σε θέση να βιώσουν την πραγματικότητα των Χριστουγέννων. Αλλά κι αυτό δεν με ενδιαφέρει.

Γιατί τα Χριστούγεννα αποτελούν μια πραγματικότητα που πάλλεται μπροστά στα μάτια μας, κάθε χρόνο, τέτοια εποχή και περιμένει από εμάς να την απορροφήσουμε, να την αναβιβάσουμε προς τον εαυτό μας και να τη βιώσουμε έντονα, προκειμένου να καταστούμε κοινωνοί του μεταφυσικού και πραγματικού της μεγαλείου. Γιατί τα Χριστούγεννα αποτελούν ένα μαγικό κύπελλο, γεμάτο με ευωδιαστό χρυσό φως, που προορίζεται για τους πραγματιστές των μύθων και τους επαναστάτες των αξιών.

Γι’ αυτό δεν με εκπλήσσει η ανικανότητα των προαναφερθέντων ομάδων, αλλά και ορισμένων άλλων ακόμη, να τα βιώσουν. Γιατί πολύ απλά, η πραγματικότητα των Χριστουγέννων δεν προορίζεται για αυτές. Με ενοχλεί, ωστόσο κάτι άλλο.

Από μικρό παιδί θυμάμαι τον εαυτό μου να είναι απασχολημένος με κάθε λογής δουλειά κατά την περίοδο των ημερών αυτών. Πρώτο λόγο φυσικά είχε το διάβασμα. Άκουγαν για χριστουγεννιάτικες διακοπές τα εργαλεία του εκπαιδευτικού κατεστημένου που ήθελαν (και θέλουν) να ονομάζονται δάσκαλοι και καθηγητές κι απελευθέρωναν επάνω στους μαθητές τους το σύμπλεγμα της νεωτερικής υπανθρωπιάς τους. «Εργασίες» για το σπίτι…«εργασίες» για το σπίτι… και δώσε «εργασίες» για το σπίτι… κι άλλες «εργασίες» για το σπίτι.. και ανακύκλωση των άχρηστων, κατά την πλειοψηφία τους, προσφερόμενων γνώσεων… και εξάπλωση του εργαλειακού χαρακτήρα της εκπαίδευσης, στα πλαίσια του οποίου το μόνο που ενδιαφέρει τον μαθητή είναι να ξεφορτωθεί από επάνω του το βάρος της άχρηστης δουλειάς του προκειμένου να βρει λίγο χρόνο για να ζήσει… και αγωνία γιατί όποιος παρασυρόταν από το πνεύμα των ημερών και δεν κατάφερνε να φέρει εις πέρας εξ ολοκλήρου την αποστολή του αντιμετώπιζε τη χλεύη των καθηγητών του και επιπλέον κινδύνους που έφταναν ως το σημείο του να μην προβιβαστεί.

Τι συναρτήσεις και μαθηματικές ταυτότητες μου είχαν στοιχειώσει τις άγιες εκείνες ημέρες; Πόσες ορίζουσες, πόσα μαθηματικά ολοκληρώματα και πόσες συντομογραφίες των στοιχείων της χημείας με είχαν κάνει να ξενυχτήσω και να χάσω κάθε επαφή με το περιβάλλον για να τις απομνημονεύσω; Πόσοι τσακωμοί με τους καθηγητές για τις αδικίες και τις μεροληπτικές μεθόδους που χρησιμοποιούσαν κατά τη διαδικασία της βαθμολόγησης μου είχαν σπάσει τα νεύρα; Ειλικρινά δεν μπορώ να θυμηθώ!

Θυμάμαι, ωστόσο, πολύ χαρακτηριστικά ορισμένους φιλολόγους που μας εξανάγκαζαν να αγοράζουμε λογοτεχνικά βιβλία της αρεσκείας τους, να τα διαβάζουμε και να τους τα παρουσιάζουμε την πρώτη ημέρα μετά τις εορτές. Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς, «μα καλά αυτό δεν ήταν ωραίο»; Κι εγώ απαντώ, όχι δεν ήταν ωραίο! Γιατί αυτοί που γνωρίζουν την ελληνική πραγματικότητα θα έχουν ήδη αντιληφθεί τι είδους βιβλία μας εξανάγκαζαν να διαβάζουμε. Που λόγος για βιβλία που είχαν να κάνουν με τις χριστουγεννιάτικες παραδόσεις, που λόγος για φανταστική λογοτεχνία, για παραμύθια και για έργα του Ντίκενς; Κατ’ αρχάς, το εκδοτικό κατεστημένο της χώρας μας, είχε φροντίσει εκείνη την εποχή ώστε να μην έχουν μεταφραστεί παρά απειροελάχιστα από αυτά τα έργα. Αλλά και όσα ήταν μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τους «πνευματώδεις» ταγούς της εκπαίδευσης, αποτελούσαν προϊόντα παραλογοτεχνίας, έργα για παιδιά του νηπιαγωγείου και για ανθρώπους με επικίνδυνες τάσεις. Σύμφωνα με αυτούς, οι μαθητές θα έπρεπε να συγκινούνται από το ρεαλισμό (αν ήταν κοινωνικός ακόμη καλύτερα), από τον υλισμό, από το Μοντερνισμό, από το νεωτερικό ανθρωπισμό, εν’ ολίγοις από τις γνωστές αμαρτίες του μεταπολιτευτικού ελληνικού «πνευματικού» κατεστημένου. Και δώσε Σαμαράκη λοιπόν, και δώσε Σταχτούρη, και δώσε Σεφέρη, και δώσε Ελύτη, και δώσε Ρίτσο και πάμε της δικαιοσύνης τον ήλιο το νοητό, και ξαναπάμε επί ασπαλάθων, κι άντε τη ρωμιοσύνη μην την κλαις (μα έλα που κάποιοι κατάφεραν να την κάνουν για κλάματα) και ούτω καθ’ εξής. Ωραία αναγνώσματα για το κλίμα των ημερών! Πραγματικά, διαβάζοντας αυτά τα κείμενα, σε συνδυασμό με μαθηματικά και χημεία, κατάφερνε κανείς να βιώσει την ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων σε όλο της το μεγαλείο! Αλλά τι να τα κάνουμε τα Χριστούγεννα, και τα παραδοσιακά έθιμα, και τη μαγική χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα, και την οικογενειακή θαλπωρή, και τις φιλικές συγκεντρώσεις, και τους μύθους των καλικάντζαρων και των ξωτικών, και την ψυχική ανάταση, και τη συνέχιση μιας τόσο ζωτικής πραγματικότητας; Αυτά αποτελούν φαντασιώσεις ρομαντικών. Τους μαθητές της χώρας θα έπρεπε να απασχολεί ο παλμός των κοινωνικών αγώνων, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των λαών και των μειονοτήτων (εκτός των ελληνικών φυσικά!), καθώς επίσης και η άγρυπνη περιφρούρηση των νεωτερικών θεσμών του σύγχρονου δυτικού κόσμου.

Πολύ περισσότερο κι από αυτά όμως, πιστεύω ότι ενδιέφερε ορισμένους κυρίους που είχαν ευρύτερη οπτική δυνατότητα -από εκείνη των εκτελεστικών τους οργάνων (των εκπαιδευτικών δηλαδή)- να γεμίσουν τον προσωπικό χρόνο των μαθητών με κάθε είδους κοπιαστική και άσχετη με το πνεύμα των ημερών υποχρέωση, προκειμένου να τους απομονώσουν στο πλαίσιο της ατομικής τους δουλειάς, να μειώσουν όσο περισσότερο γινόταν τον χρόνο που είχαν για να αντιληφθούν την πραγματικότητα των Χριστουγέννων, για να την αφήσουν τελικά να περάσει από εμπρός τους χωρίς να την βιώσουν. Έτσι, κατάφερναν να τους εντυπώσουν από μικρή ηλικία τις αυτοματοποιημένες, εργαλειακές συμπεριφορές που εμπνέει το πνεύμα της νεωτερικότητας και να τους κάνουν να υιοθετήσουν τις διαλυτικές, απάνθρωπες και ορθολογικές του συμπεριφορές.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα θυμάμαι να περνώ τα σχολικά μου χρόνια. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα γνωρίζω ότι κατέστρεψα ατέλειωτες ώρες από τον πεπερασμένο χρόνο της ύπαρξής μου. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα φυλακίστηκα προκειμένου να αποκοπώ από τη ζωή και μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα αντιλαμβάνομαι ότι κινδύνευσα να απολέσω τον εαυτό μου. Κι ενδεχομένως να το είχα πάθει, αν δεν υπήρχαν κάποιες προϋποθέσεις που συνδυάστηκαν με ορισμένα γεγονότα της ζωής μου. Αν και αυτό είναι κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μας αφορά.
Εκείνο, όμως, που μας αφορά είναι το γεγονός ότι η τακτική αυτή, όπως είναι αναμενόμενο, στις μέρες μας συνεχίζει να εφαρμόζεται με ακόμη μεγαλύτερη δυναμική –την οποία νομιμοποιεί η επίκληση στα εκπαιδευτικά συστήματα των άλλων μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λες κι εμείς δεν έχουμε ξεχωριστή εθνική ταυτότητα και ιδιαίτερη λαϊκή ψυχοσύνθεση την οποία οφείλουμε να εκφράσουμε- τόσο στο σχολικό επίπεδο όσο και στο περιβάλλον των ακαδημαϊκών σπουδών. Στο πρόγραμμα των πανεπιστημίων, οι χριστουγεννιάτικες υποχρεώσεις είναι κάπως λιγότερες, γιατί η ίδια η φύση του προγράμματος δεν καταφέρνει να ψαλιδίσει κάθε δυνατότητα ανεξαρτησίας του φοιτητή, αλλά και γιατί η απαραίτητη δουλειά στον τομέα της υπαρξιακής διαμόρφωσης έχει προηγηθεί κατά τα σχολικά έτη. Ωστόσο, δεν παύουν να υπάρχουν, εφόσον τα πράγματα έχουν δημιουργηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων, να καταπιάνεται, εν πολλοίς, ο κάθε επιμελής φοιτητής, με το διάβασμα για την επερχόμενη εξεταστική. Η κατάσταση αυτή βρίσκει τη φυσική της συνέχεια στο επίπεδο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, όπου ακόμη κι αν βρεθεί λίγος ελεύθερος χρόνος από τις υποχρεώσεις και το καθημερινό άγχος, οι αυτοματισμοί που έχουν εντυπωθεί είναι πλέον πολύ ισχυροί και δύσκολα ο παλμός της πραγματικής (εσωτερικής) βούλησης μπορεί να τους ισοπεδώσει για να αναδυθεί στην επιφάνεια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και να καταστήσει τον άνθρωπο ικανό να βιώσει τη ζωή του και όχι να την αφήνει να περνά από μπρος του, συμπεριφερόμενος ως απλό εμπειρικό υποκείμενο. Και πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι διαφορετικό άλλωστε, στην εποχή των νεωτερικών εκρήξεων6; Στην εποχή που όλοι βρισκόμαστε μαζί και όλοι είμαστε μόνοι7. Στην εποχή που χορεύουμε γύρω από το πτώμα της πνιγμένης αυτεξουσιότητας, στους ρυθμούς μιας προσχεδιασμένης και ανώμαλης αιτιοκρατίας.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν θα αντιληφθούμε ότι από την πρώτη κιόλας περίοδο που η νεωτερικότητα άρχισε να αποκτά ιστορική υπόσταση στην Ευρώπη, η γιορτή των Χριστουγέννων θεωρήθηκε ως επικίνδυνο κατάλοιπο αρχαίων και μεσαιωνικών θρησκευτικών παραδόσεων. Η λεγόμενη κοσμοαντίληψη των «φώτων», ο Διαφωτισμός δηλαδή, είχε αναλάβει επί έναν και πλέον αιώνα (από το δεύτερο μισό του 17ου έως και το τέλος του 18ου αιώνα μ.Χ), την υπονόμευση των τρόπων ζωής που είχαν δημιουργήσει τα ευρωπαϊκά έθνη. Όταν η πνευματική σπορά του Διαφωτισμού γονιμοποιήθηκε, η Ευρώπη εισήλθε στην εποχή της νεωτερικότητας, μιας εποχής που, κοντολογίς, χαρακτηρίστηκε από την ανεξαρτητοποίηση της αγοράς από την κοινωνία, από τη βιομηχανοποίηση της παραγωγής, από τη διάρρηξη των κοινωνικών οργανικοτήτων, από την προβολή της ατομικιστικής ανταγωνιστικότητας και από την επικράτηση υλιστικών και διεθνιστικών αντιλήψεων στην απόπειρα ερμηνείας των δραστηριοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης. Το πνεύμα της νέας εποχής δημιούργησε τις κοινωνικές εκείνες δομές, που οδήγησαν σε μαρασμό την πραγματικότητα των Χριστουγέννων και άφησαν στο περιθώριο τις παραδόσεις στο σύνολό τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η κοινωνία της πλέον βιομηχανοποιημένης χώρας εκείνης της εποχής, που δεν ήταν άλλη από τη βρετανική. Κατά τη διάρκεια, σχεδόν, όλου του πρώτου μισού του 19ου αιώνα μ.Χ, στη Μεγάλη Βρετανία ο βιομηχανοποιημένος και αστικός τρόπος ζωής είχε κάνει το εορταστικό χριστουγεννιάτικο πνεύμα, κυριολεκτικά, να ξεχαστεί. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η επαναφορά στο προσκήνιο των χριστουγεννιάτικων εορτασμών, όπως και άλλων παραδόσεων, οφείλεται στη θυελλώδη πολιτισμική αντεπίθεση του Ρομαντισμού και πιο συγκεκριμένα, στη μαγευτική δύναμη της δημιουργικότητας κάποιων συγγραφέων της φανταστικής λογοτεχνίας, με χαρακτηριστικότερο όλων, τον Κάρολο Ντίκενς.

Όντας ο Ρομαντισμός και η φανταστική λογοτεχνία, οι πολιτισμικές εκείνες προτάσεις που απάντησαν με πνοή ζωής στη νεκρή φύση της νεωτερικότητας, κατάφεραν μεταξύ των άλλων, εμπνεόμενες από τους δεκαπενθήμερους εορτασμούς που λάμβαναν χώρα στους αγρούς των φεουδαλικών κοινωνιών συγχωνεύοντας επιρροές του μεσαίωνα και των αρχαίων εποχών, να αναγεννήσουν τη λησμονημένη εορτή στη Γηραιά Αλβιόνα και να πλημμυρίσουν τις καρδιές του κόσμου με το χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Το έργο του Ντίκενς που αναμφίβολα επηρέασε όσο κανένα άλλο αυτές τις εξελίξεις ήταν ο «Ύμνος των Χριστουγέννων» με πρωταγωνιστή τον θρυλικό Σκρούτζ. Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, το βιβλίο αυτό επηρέασε τον τρόπο που εορτάζονται σήμερα τα Χριστούγεννα στον Αγγλοσαξονικό κόσμο, περισσότερο -όχι μόνο από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο αλλά- απ’ οτιδήποτε άλλο στην ιστορία της ανθρωπότητας, εκτός από τη γέννηση του ίδιου του Χριστού! Ωστόσο, για να είμαστε ακριβείς, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο Ντίκενς έγραψε τον «Ύμνο των Χριστουγέννων» το 1843 στα πλαίσια της ρομαντικής προσπάθειας για την αναβίωση των χριστουγεννιάτικων εορτών. Η προσπάθεια αυτή, είχε ήδη καταγράψει στο ενεργητικό της ακόμη ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο δεν ήταν άλλο από την απόφαση του πρίγκιπα Αλβέρτου να εισάγει το 1841 από τη Γερμανία -η οποία ήταν τότε η «πρωτεύουσα» του Ρομαντισμού και της φανταστικής λογοτεχνίας- το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Το γεγονός είναι ότι έπειτα απ’ όλες αυτές τις προσπάθειες και κυρίως χάρη στην τεράστια επιρροή των έργων της φανταστικής λογοτεχνίας, τα Χριστούγεννα άρχισαν ξανά να εορτάζονται και να απλώνουν τη μαγική πραγματικότητά τους πάνω από την καθημερινότητα των ανθρώπων, ακόμη και εντός των αστικών κέντρων.

Έκτοτε, γίναμε μάρτυρες ενός καταπληκτικού φαινομένου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων κατέλαβε σε όλο το φάσμα του δυτικού κόσμου τις αστικές πόλεις, τους πυρήνες δηλαδή της νεωτερικότητας! Είναι γεγονός, και μιλώ εκ προσωπικής πείρας αν και νομίζω ότι δεν χρειάζεται να το κάνω για κάτι τόσο προφανές, ότι στην εποχή μας η μαγεία των Χριστουγέννων είναι πιο έντονη στις σύγχρονες μεγάλες πόλεις απ’ ότι στην επαρχία. Οι αρτιότερες δυνατότητες μετακίνησης που μπορούν να φέρουν τον κόσμο πιο κοντά, οι πιο άνετες κλιματολογικές συνθήκες που δημιουργούνται χάρη στην ανεπτυγμένη τεχνολογία, ο πλουσιότερος φωτισμός, οι παραδοσιακές μορφές των καλικάντζαρων και των ντυμένων με βελούδινα ρούχα αϊ Βασίληδων που ξεπηδούν από τα στολισμένα δέντρα στις βιτρίνες των καταστημάτων, όλα αυτά αποτελούν στοιχεία που έχουν να κάνουν με την οικονομική και την τεχνολογική ανάπτυξη, κι όπως έχουμε μάθει η τεχνολογική και η οικονομική ανάπτυξη αποτελούν προϋποθέσεις και χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας. Κι, όμως, τις βλέπουμε να υποτάσσονται στο πνεύμα των ημερών και να διοχετεύουν στις κοινωνίες με τις λειτουργίες τους, την αύρα ενός παραδοσιακού εθίμου! Γιατί η χριστουγεννιάτικη πραγματικότητα έχει γίνει τόσο ισχυρή, ώστε καταφέρνει να αδειάσει τη νεωτερικότητα από περιεχόμενο κατά τη διάρκεια των ημερών της και να κάνει τις δομές της (νεωτερικότητας), πυρήνες διοχέτευσης του χριστουγεννιάτικου πνεύματος. Είναι βέβαια, γεγονός ότι με αυτό τον τρόπο εμπορευματοποιούνται κάποια στοιχεία των Χριστουγέννων. Νομίζω, όμως, ότι αυτό αποδεικνύει την ήττα του πνεύματος της νεωτερικότητας, το οποίο σε αυτή τη χρονική περίοδο και κάθε χρόνο, αναγκάζεται να συρθεί στις ατραπούς που χαράσσει η πύρινη αύρα μιας ζωντανής πραγματικότητας. Και σε τελική ανάλυση, δεν βλέπω το μεγάλο δεινό που μπορεί να επιφέρει η διαδικασία του εμπορίου, όταν λαμβάνει χώρα κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις. Το εμπόριο, αποκτά τις επικίνδυνες διαστάσεις της μονομανίας του κέρδους και του υλισμού, αλλά και συνδέεται με όλες τις προεκτάσεις της απανθρωπιάς και της διάθεσης για έλεγχο της πολιτικής, όταν αποδεσμεύεται από τα πλαίσια των κοινωνιών. Επειδή αυτό συνέβη -και συμβαίνει- στα νεωτερικά περιβάλλοντα, δε σημαίνει ότι συνέβαινε πάντα ή ότι θα μπορεί να συμβαίνει και κάτω από οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Όταν το εμπόριο δεν ανεξαρτητοποιείται ως αξία από τις κοινωνίες και οι διαχειριστές του δεν επιχειρούν να το ιεραρχήσουν υψηλότερα από αυτές, σίγουρα μπορεί να αποκτά την υπόσταση μιας απλής κοινωνικής λειτουργίας που ασφαλώς θα έχει και αρκετές θετικές επιπτώσεις. Αυτό συμβαίνει κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων, οι οποίες μάλιστα με το πέρασμα του χρόνου, δείχνουν να αποκτούν μια σαφώς ποιοτικότερη μορφή σε διάφορες εκδηλώσεις τους. Οι ζαχαρουπόλεις και ο ατμοσφαιρικός φωτισμός των πόλεων είναι στοιχεία που κατά το πρόσφατο παρελθόν δεν υπήρχαν. Τα ξωτικά και τα αγιοβασιλάκια με τα βελούδινα ρούχα και τα παράξενα καπέλα είναι σίγουρα πιο όμορφα από τα φουσκωτά που κατασκευάζονταν από νάιλον κάποια χρόνια πριν. Οι κινηματογραφικές ταινίες που βασίζονται σε κείμενα φανταστικής λογοτεχνίας και προβάλλονται -όχι τυχαία- τέτοια εποχή, αποτελούν ένα επιπλέον ευχάριστο γεγονός.

Είναι δεδομένο πως όλα αυτά καθιστούν τα Χριστούγεννα πιο όμορφα, καθώς αποτελούν στοιχεία που ενδυναμώνουν τη μαγεία τους. Ωστόσο, για να μπορέσουμε να καταστούμε κοινωνοί αυτής της μαγείας, χρειάζεται να έχουμε τον απαραίτητο χρόνο για να έρθουμε σε επαφή μαζί της –για να τη ζήσουμε δηλαδή- και τις απαραίτητες πολιτισμικές προδιαγραφές για να μπορέσουμε να την απορροφήσουμε. Κι επειδή οι βαθύτεροι εκφραστές της νεωτερικής κοσμοαντίληψης, (σε αντίθεση με τους ανθρώπους της καθημερινότητας που απλώς αναπαράγουν αυτόματα τις επιταγές της νεωτερικότητας), αντιλαμβάνονται ότι αυτή η υποταγή του κόσμου της νεωτερικότητας σε μια μαγική πραγματικότητα μπορεί να λάβει επικίνδυνες διαστάσεις, κάνουν ό,τι μπορούν για να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, όσον αφορά τα δρώμενα της χώρας μας τουλάχιστον, θεωρώ ότι υπάγεται η απόπειρα κλοπής του χρόνου μας και οι υπόλοιπες πρακτικές στις οποίες προαναφέρθηκα. Μια προσπάθεια που σε γενικές γραμμές αποφέρει καρπούς κάνοντας τους ανθρώπους της εποχής μας να απομένουν ως ετεροκατευθυνόμενες μαριονέτες που διαβιώνουν τον χρόνο της πεπερασμένης ύπαρξής τους μέσα σε νεκρικούς ατομικούς λαβυρίνθους και λειτουργώντας βάση μηχανοποιημένων βιοπολιτισμικών αυτοματισμών. Στη Βρετανία δε, όπου το νεωτερικό μίσος για την χριστουγεννιάτικη παράδοση εκφράστηκε εξαρχής απροκάλυπτα όπως προαναφέραμε, το έτος 2006 αποφασίστηκε η απαγόρευση του εορτασμού των Χριστουγέννων από το βρετανικό δημόσιο. Οι δρόμοι δεν φωταγωγήθηκαν και καμία δημόσια εορταστική εκδήλωση δεν πραγματοποιήθηκε. Κι όλα αυτά, γιατί η νεωτερική πολιτεία της παγκοσμιοποίησης, θεώρησε ότι οι δημόσιες εορταστικές εκδηλώσεις θα δημιουργούσαν δυσφορία στους ξένους οικονομικούς πρόσφυγες (sic).

Μέσα σε αυτή την αρρωστημένη εποχή, θεωρώ ότι τα Χριστούγεννα μπορούν να δυναμώσουν τη σπίθα της ζωής. Κι αυτό, γιατί μηνύουν τη γέννηση της Ελπίδας, σπέρνουν βάσιμες υποσχέσεις κοινωνικής οργανικότητας, ανοίγουν τις πύλες για μια ονειρικά μυστηριακή πρόσληψη της πραγματικότητας, διαχέουν στη μίζερη καθημερινότητα τις εικόνες της μαγικής πραγματικότητας των μύθων και των παραδόσεων, υπενθυμίζουν λησμονημένες ιστορικές πολιτιστικές ενότητες και ζωντανεύουν, τελικά, τον κόσμο της δύσης. Γιατί αυτός είναι ο κόσμος της δύσης. Ο κόσμος των οργανικών συνόλων, των εθνικών υποστάσεων, της θρησκευτικότητας (ως ψυχικής δυνατότητας και όχι απαραίτητα ως δογματικής πειθαρχίας), του συναισθήματος, της βούλησης, της αίσθησης του ιερού, της φαντασίας, της παράδοσης και των μαγικά ατμοσφαιρικών εικόνων. Αυτός είναι ο πραγματικός δυτικός τρόπος ζωής! Όχι το west way of life των Η.Π.Α και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της υποδούλωσης στην ύλη, του εργαλειακού ορθού λόγου, του ατομικισμού, της ασυδοσίας των διακινητών χρήματος κι εμπορευμάτων, της καταναγκαστικής πολυφυλετικής συνύπαρξης και των άρρωστων ιδεωδών της νεωτερικότητας. Κι επειδή ενδέχεται κάποιοι να το γνωρίζουν καλά, δημιουργούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα κάνουν τους υπόλοιπους να το ξεχάσουν.

Ωστόσο, εμείς έχουμε ισχυρή μνήμη, ευαίσθητη ψυχική υφή, σιδερόφρακτη βούληση, απεριόριστη φαντασία και πάνω απ’ όλα θέληση για ζωή. Ας βιώσουμε, λοιπόν τις ημέρες αυτές σύμφωνα με τις δυνατότητές μας, ας ακούσουμε τη φωνή του Καρόλου Ντίκενς που κατευθύνει τις ιστορικές μας αναδρομές και ας καρφώσουμε το πυρωμένο, αγκάθινο καρφί της ζωής, στις τρυφηλές πλάτες της νεωτερικότητας.

Εύχομαι χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα, υγεία και πολλές νίκες σε όλα τα μέλη της Λέσχης μας και σε όλους τους αναγνώστες του περιοδικού.


Σταμάτης Μαμούτος

Χριστούγεννα 2007.

Υποσημειώσεις

1) Αναφέρομαι στον άνθρωπο του δυτικού κόσμου και των χριστιανικών κοινωνιών.
2) Αντίθετα το Πάσχα εορτάζεται με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό χρόνο στα τρία κύρια χριστιανικά δόγματα.
3) Μερικές φορές διερωτώμαι τι ωραία που θα ήταν αν ο άνθρωπος εκμεταλλευόταν εξολοκλήρου την τεχνολογία παραγωγικά και δεν μετατρεπόταν σε εργαλείο του ψυχρού μηχανιστικού της πνεύματος. Η συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μία από αυτές.
4) Οι εικόνες των αναμνήσεων από τα παιδικά παιχνίδια που μου δώριζαν οι γονείς μου είναι ακόμη διαυγείς, όπως επίσης και οι εφηβικές μου εξορμήσεις στα δισκοπωλεία της Ομόνοιας και του Μοναστηρακίου για την αγορά των αγαπημένων μου βινυλίων, κατά τις πρώτες μέρες των χριστουγεννιάτικων σχολικών διακοπών.
5) Οι τρεις ταινίες του «Άρχοντα των δακτυλιδιών», αλλά και αυτές του «Χάρι Πότερ», των «Χρονικών της Νάρνια», του «Έραγκον» και πολλών άλλων, προβλήθηκαν κατά την περίοδο των Χριστουγέννων ή λίγες μέρες πριν.
6) Κάποιοι αποκαλούν την εποχή μας μετανεωτερική. Πιστεύω ότι οι λόγοι που προβάλλουν προκειμένου να δικαιολογήσουν την άποψή τους αυτή δεν είναι επαρκείς για να με κάνουν να συμφωνήσω μαζί τους, γι’ αυτό προτίμησα να την αποκαλέσω ως εποχή των νεωτερικών εκρήξεων.
7) Από το να συμμετέχει κανείς σε τέτοιες αρρωστημένες ομαδώσεις, θεωρώ αναμφισβήτητα πιο οργανική συμπεριφορά τη μοναξιά, εφόσον αυτή δεν είναι παθητική και συνοδεύεται από νοσταλγία για τις ομορφιές του παρελθόντος και από προσδοκίες για τα οράματα του μέλλοντος.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008


Χριστούγεννα
του Σταμάτη Μαμούτου

Δεν υπάρχει αμφιβολία… είναι πραγματικά θλιβερό να βλέπει κανείς ανθρώπους αγχωμένους και πλήρεις φόρτου εργασίας κατά τις γιορτινές ημέρες των Χριστουγέννων. Βέβαια, είναι ακόμη πιο θλιβερό το να διαπιστώνει κανείς ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν διαθέτουν την στοιχειώδη άνεση να πλαγιάσουν σε ένα ζεστό κρεβάτι και αδυνατούν να εξασφαλίσουν ακόμη κι ένα πιάτο φαγητό. Ωστόσο, οι συνάνθρωποί μας αυτοί εκφράζουν την πραγματικότητα ενός σοβαρού κοινωνικού προβλήματος, το οποίο δεν συνδέεται ουσιαστικά με τις ημέρες αυτές, άσχετα αν το γενικότερο χριστουγεννιάτικο κλίμα κάνει την εντύπωση που δημιουργεί (το πρόβλημα αυτό) πιο αλγεινή.

Τα Χριστούγεννα αποτελούν την χρονική εκείνη περίοδο, κατά την οποία η φλόγα που ζεσταίνει τα άδυτα του συναισθηματικού κόσμου των ανθρώπων1 αναζωπυρώνεται, με αποτέλεσμα την εκτύλιξη των ψυχικών προδιαγραφών και τη δημιουργία έντονων διαθέσεων. Διαθέσεων «σκοτεινών», όπως λόγου χάρη η μελαγχολία για την εγκατάλειψη που βιώνουν και για τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν κάποιοι συνάνθρωποί μας, αλλά και διαθέσεων «φωτεινών» που χαρίζουν ζωτική ενέργεια.

Εδώ ανιχνεύω και το πρόβλημα με το οποίο θα καταπιαστεί το άρθρο αυτό. Στο γεγονός, δηλαδή, ότι κάποιοι έχουν φροντίσει να δημιουργήσουν στο κλίμα αυτών των ημερών πληθώρα περισπασμών, με κυριότερο όλων αυτόν που αφορά τα επαγγελματικά ζητήματα, προκειμένου να εγκλωβίσουν την πλειονότητα των ανθρώπων σε συμπεριφορές εργαλειακές, ψυχρές και πεζές, οι οποίες την προσανατολίζουν σε τρόπους ζωής απόμακρους από την πηγή της συναισθηματικής φλόγας και την χριστουγεννιάτικη σπίθα της ζωής.

Ορισμένοι οφείλουν να καταλάβουν ότι τα Χριστούγεννα σηματοδοτούν μια ξεχωριστή περίοδο για όλο το δυτικό και τον χριστιανικό κόσμο. Αν τα εξετάσουμε ως συμβάν θρησκευτικού χαρακτήρα, θα διαπιστώσουμε ότι αποτελούν την πλέον σημαντική εορτή την οποία αντιλαμβάνονται και τα τρία κύρια χριστιανικά δόγματα με τον ίδιο τρόπο2. Όμως το θέμα δεν έχει να κάνει μόνο με τη θρησκευτική του υπόσταση. Τα Χριστούγεννα αποτελούν το συμπύκνωμα ψυχικών ανατάσεων και πολιτιστικών εμπειριών, που πηγάζουν από το ιστορικό και θρησκευτικό γεγονός της γέννησης του Χριστού και από τους τρόπους με τους οποίους, οι κοινωνίες και τα έθνη, συμπεριφέρονται για να το βιώσουν και να το γιορτάσουν.
Χριστούγεννα στη δική μου συνείδηση είναι η γέννηση του Θεανθρώπου και η επέτειός της που εορτάζεται κάθε χρόνο, αλλά όχι μόνο αυτή. Χριστούγεννα είναι η οργανικότητα της εκκλησίας και η ατμόσφαιρα των φωτισμένων από το γλυκό φως των κεριών ψηλοτάβανων ναών. Χριστούγεννα είναι το χιονισμένο και στολισμένο έλατο ή το φωτεινό καραβάκι. Χριστούγεννα είναι η φαντασίωση της εικόνας των τριών μάγων με τα δώρα που οδηγούνται μέσα στη νύχτα από το φωτεινό αστέρι στο νεογέννητο Βασιλιά, ο οποίος κείτεται στη φάτνη. Χριστούγεννα είναι τα καθιερωμένα γλυκά και τα εδέσματα που ευωδιάζουν στο ζεστό σπίτι. Χριστούγεννα είναι ο μύθος των καλικάντζαρων και των ξωτικών, τα λαμπάκια που διαχέουν το παιχνιδιάρικο φως τους στη σάλα και στο μπαλκόνι3, οι στολισμένοι δρόμοι, το βελούδινο ημίφως του απογεύματος, τα παιχνίδια και τα δώρα4, τα κάλαντα και ο μικρός τυμπανιστής, οι αναμνήσεις των εορταστικών εκδηλώσεων του δημοτικού μου σχολείου, τα σχετικά με το κλίμα των ημερών βιβλία του Καρόλου Ντίκενς και του Κλέμενς Κλαρκ Μουρ, η οικογενειακή θαλπωρή, οι συναντήσεις με τους φίλους, οι ατμοσφαιρικές και επικές κινηματογραφικές ταινίες5, το συμβολικό ρίσκο κάποιων χρημάτων στα τυχερά παιχνίδια και φυσικά ο Άγιος Βασίλης. Ο αγαπημένος μας άγιος που έχει αποτελέσει πολλάκις τον στόχο αμάθαστων «πραγματιστών», ανιφτόποδων «τενεκέδων» και όχι μόνο, οι οποίοι τον παρουσιάζουν ως αμερικανική έμπνευση που, δήθεν, δεν έχει σχέση με τον πραγματικό άγιο, αγνοώντας ότι η ρίζα του αρχετύπου αυτού ανιχνεύεται στις παραδόσεις του αρχαίου ευρωπαϊκού βορρά, στις οποίες υφίσταται η ύπαρξη ενός καλόκαρδου γίγαντα που αφήνει δώρα στις πόρτες του κόσμου κάθε πρώτη μέρα του χρόνου. Αγνοώντας δηλαδή, ότι ο άγιος Βασίλης αποτελεί ένα από τα σημεία ανάδειξης της ενότητας του αρχαίου, μεσαιωνικού και νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού, όπως και το στολισμένο έλατο επίσης. Χριστούγεννα λοιπόν, είναι όλα αυτά, ενδεχομένως και πολλά άλλα ακόμη.

Κάποιοι βέβαια δεν μπορούν να το νιώσουν. Οι trendies τύποι με τα γελοία χτενίσματα και τα κακόγουστα πανάκριβα ρούχα της μόδας, αυτοί που περιτυλίγουν την ατομικιστική τους υστερία με «επικοινωνιακό» ύφος και υποκαθιστούν τις ανύπαρκτες ανησυχίες τους με την πλέον επιπόλαιη κι εκνευριστική αισιοδοξία, ίσως να αντιλαμβάνονται τα Χριστούγεννα ως μια χρονική περίοδο που παρέχει την ευκαιρία για εντονότερο clubbing. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που με ενδιαφέρει.

Από την άλλη, οι κοπελίτσες που καταπιάνονται με τα «συνταρακτικά» προβλήματα του χρώματος που θα έχουν οι ανταύγειες των μαλλιών τους και των νέων ρούχων που θα πρέπει να αγοράσουν, που αντιμετωπίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις ως καθημερινές επενδύσεις ενός χρηματιστηρίου κοινωνικής ισχύος και αντανακλούν τα πρότυπα μιας ελεεινής τηλεοπτικής σειράς που προβαλλόταν κατά τα εφηβικά μου χρόνια έχοντας τον τίτλο «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χίλς», μπορεί πράγματι να μην βιώνουν και να μην αντιλαμβάνονται διόλου το πνεύμα των Χριστουγέννων. Ωστόσο, κι αυτό είναι κάτι που δεν με ενδιαφέρει.

Τέλος, είναι σαφές πως ούτε και εκείνοι οι τύποι που έχουν διαβάσει ένα- δυο πολιτικά μανιφέστα και αγνοούν την ύπαρξη έστω κι ενός αξιόλογου κειμένου, που έχουν αφήσει τα γένια τους να πιάσουν ψείρες και που περιφέρουν τις παρασιτικές τους υπάρξεις ανάμεσά μας, θεωρώντας τους εαυτούς τους ως πνευματικούς ανθρώπους κι ως επαναστάτες, είναι σε θέση να βιώσουν την πραγματικότητα των Χριστουγέννων. Αλλά κι αυτό δεν με ενδιαφέρει.

Γιατί τα Χριστούγεννα αποτελούν μια πραγματικότητα που πάλλεται μπροστά στα μάτια μας, κάθε χρόνο, τέτοια εποχή και περιμένει από εμάς να την απορροφήσουμε, να την αναβιβάσουμε προς τον εαυτό μας και να τη βιώσουμε έντονα, προκειμένου να καταστούμε κοινωνοί του μεταφυσικού και πραγματικού της μεγαλείου. Γιατί τα Χριστούγεννα αποτελούν ένα μαγικό κύπελλο, γεμάτο με ευωδιαστό χρυσό φως, που προορίζεται για τους πραγματιστές των μύθων και τους επαναστάτες των αξιών.

Γι’ αυτό δεν με εκπλήσσει η ανικανότητα των προαναφερθέντων ομάδων, αλλά και ορισμένων άλλων ακόμη, να τα βιώσουν. Γιατί πολύ απλά, η πραγματικότητα των Χριστουγέννων δεν προορίζεται για αυτές. Με ενοχλεί, ωστόσο κάτι άλλο.

Από μικρό παιδί θυμάμαι τον εαυτό μου να είναι απασχολημένος με κάθε λογής δουλειά κατά την περίοδο των ημερών αυτών. Πρώτο λόγο φυσικά είχε το διάβασμα. Άκουγαν για χριστουγεννιάτικες διακοπές τα εργαλεία του εκπαιδευτικού κατεστημένου που ήθελαν (και θέλουν) να ονομάζονται δάσκαλοι και καθηγητές κι απελευθέρωναν επάνω στους μαθητές τους το σύμπλεγμα της νεωτερικής υπανθρωπιάς τους. «Εργασίες» για το σπίτι…«εργασίες» για το σπίτι… και δώσε «εργασίες» για το σπίτι… κι άλλες «εργασίες» για το σπίτι.. και ανακύκλωση των άχρηστων, κατά την πλειοψηφία τους, προσφερόμενων γνώσεων… και εξάπλωση του εργαλειακού χαρακτήρα της εκπαίδευσης, στα πλαίσια του οποίου το μόνο που ενδιαφέρει τον μαθητή είναι να ξεφορτωθεί από επάνω του το βάρος της άχρηστης δουλειάς του προκειμένου να βρει λίγο χρόνο για να ζήσει… και αγωνία γιατί όποιος παρασυρόταν από το πνεύμα των ημερών και δεν κατάφερνε να φέρει εις πέρας εξ ολοκλήρου την αποστολή του αντιμετώπιζε τη χλεύη των καθηγητών του και επιπλέον κινδύνους που έφταναν ως το σημείο του να μην προβιβαστεί.

Τι συναρτήσεις και μαθηματικές ταυτότητες μου είχαν στοιχειώσει τις άγιες εκείνες ημέρες; Πόσες ορίζουσες, πόσα μαθηματικά ολοκληρώματα και πόσες συντομογραφίες των στοιχείων της χημείας με είχαν κάνει να ξενυχτήσω και να χάσω κάθε επαφή με το περιβάλλον για να τις απομνημονεύσω; Πόσοι τσακωμοί με τους καθηγητές για τις αδικίες και τις μεροληπτικές μεθόδους που χρησιμοποιούσαν κατά τη διαδικασία της βαθμολόγησης μου είχαν σπάσει τα νεύρα; Ειλικρινά δεν μπορώ να θυμηθώ!

Θυμάμαι, ωστόσο, πολύ χαρακτηριστικά ορισμένους φιλολόγους που μας εξανάγκαζαν να αγοράζουμε λογοτεχνικά βιβλία της αρεσκείας τους, να τα διαβάζουμε και να τους τα παρουσιάζουμε την πρώτη ημέρα μετά τις εορτές. Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς, «μα καλά αυτό δεν ήταν ωραίο»; Κι εγώ απαντώ, όχι δεν ήταν ωραίο! Γιατί αυτοί που γνωρίζουν την ελληνική πραγματικότητα θα έχουν ήδη αντιληφθεί τι είδους βιβλία μας εξανάγκαζαν να διαβάζουμε. Που λόγος για βιβλία που είχαν να κάνουν με τις χριστουγεννιάτικες παραδόσεις, που λόγος για φανταστική λογοτεχνία, για παραμύθια και για έργα του Ντίκενς; Κατ’ αρχάς, το εκδοτικό κατεστημένο της χώρας μας, είχε φροντίσει εκείνη την εποχή ώστε να μην έχουν μεταφραστεί παρά απειροελάχιστα από αυτά τα έργα. Αλλά και όσα ήταν μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τους «πνευματώδεις» ταγούς της εκπαίδευσης, αποτελούσαν προϊόντα παραλογοτεχνίας, έργα για παιδιά του νηπιαγωγείου και για ανθρώπους με επικίνδυνες τάσεις. Σύμφωνα με αυτούς, οι μαθητές θα έπρεπε να συγκινούνται από το ρεαλισμό (αν ήταν κοινωνικός ακόμη καλύτερα), από τον υλισμό, από το Μοντερνισμό, από το νεωτερικό ανθρωπισμό, εν’ ολίγοις από τις γνωστές αμαρτίες του μεταπολιτευτικού ελληνικού «πνευματικού» κατεστημένου. Και δώσε Σαμαράκη λοιπόν, και δώσε Σταχτούρη, και δώσε Σεφέρη, και δώσε Ελύτη, και δώσε Ρίτσο και πάμε της δικαιοσύνης τον ήλιο το νοητό, και ξαναπάμε επί ασπαλάθων, κι άντε τη ρωμιοσύνη μην την κλαις (μα έλα που κάποιοι κατάφεραν να την κάνουν για κλάματα) και ούτω καθ’ εξής. Ωραία αναγνώσματα για το κλίμα των ημερών! Πραγματικά, διαβάζοντας αυτά τα κείμενα, σε συνδυασμό με μαθηματικά και χημεία, κατάφερνε κανείς να βιώσει την ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων σε όλο της το μεγαλείο! Αλλά τι να τα κάνουμε τα Χριστούγεννα, και τα παραδοσιακά έθιμα, και τη μαγική χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα, και την οικογενειακή θαλπωρή, και τις φιλικές συγκεντρώσεις, και τους μύθους των καλικάντζαρων και των ξωτικών, και την ψυχική ανάταση, και τη συνέχιση μιας τόσο ζωτικής πραγματικότητας; Αυτά αποτελούν φαντασιώσεις ρομαντικών. Τους μαθητές της χώρας θα έπρεπε να απασχολεί ο παλμός των κοινωνικών αγώνων, η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των λαών και των μειονοτήτων (εκτός των ελληνικών φυσικά!), καθώς επίσης και η άγρυπνη περιφρούρηση των νεωτερικών θεσμών του σύγχρονου δυτικού κόσμου.

Πολύ περισσότερο κι από αυτά όμως, πιστεύω ότι ενδιέφερε ορισμένους κυρίους που είχαν ευρύτερη οπτική δυνατότητα -από εκείνη των εκτελεστικών τους οργάνων (των εκπαιδευτικών δηλαδή)- να γεμίσουν τον προσωπικό χρόνο των μαθητών με κάθε είδους κοπιαστική και άσχετη με το πνεύμα των ημερών υποχρέωση, προκειμένου να τους απομονώσουν στο πλαίσιο της ατομικής τους δουλειάς, να μειώσουν όσο περισσότερο γινόταν τον χρόνο που είχαν για να αντιληφθούν την πραγματικότητα των Χριστουγέννων, για να την αφήσουν τελικά να περάσει από εμπρός τους χωρίς να την βιώσουν. Έτσι, κατάφερναν να τους εντυπώσουν από μικρή ηλικία τις αυτοματοποιημένες, εργαλειακές συμπεριφορές που εμπνέει το πνεύμα της νεωτερικότητας και να τους κάνουν να υιοθετήσουν τις διαλυτικές, απάνθρωπες και ορθολογικές του συμπεριφορές.

Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα θυμάμαι να περνώ τα σχολικά μου χρόνια. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα γνωρίζω ότι κατέστρεψα ατέλειωτες ώρες από τον πεπερασμένο χρόνο της ύπαρξής μου. Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα φυλακίστηκα προκειμένου να αποκοπώ από τη ζωή και μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα αντιλαμβάνομαι ότι κινδύνευσα να απολέσω τον εαυτό μου. Κι ενδεχομένως να το είχα πάθει, αν δεν υπήρχαν κάποιες προϋποθέσεις που συνδυάστηκαν με ορισμένα γεγονότα της ζωής μου. Αν και αυτό είναι κάτι που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μας αφορά.
Εκείνο, όμως, που μας αφορά είναι το γεγονός ότι η τακτική αυτή, όπως είναι αναμενόμενο, στις μέρες μας συνεχίζει να εφαρμόζεται με ακόμη μεγαλύτερη δυναμική –την οποία νομιμοποιεί η επίκληση στα εκπαιδευτικά συστήματα των άλλων μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λες κι εμείς δεν έχουμε ξεχωριστή εθνική ταυτότητα και ιδιαίτερη λαϊκή ψυχοσύνθεση την οποία οφείλουμε να εκφράσουμε- τόσο στο σχολικό επίπεδο όσο και στο περιβάλλον των ακαδημαϊκών σπουδών. Στο πρόγραμμα των πανεπιστημίων, οι χριστουγεννιάτικες υποχρεώσεις είναι κάπως λιγότερες, γιατί η ίδια η φύση του προγράμματος δεν καταφέρνει να ψαλιδίσει κάθε δυνατότητα ανεξαρτησίας του φοιτητή, αλλά και γιατί η απαραίτητη δουλειά στον τομέα της υπαρξιακής διαμόρφωσης έχει προηγηθεί κατά τα σχολικά έτη. Ωστόσο, δεν παύουν να υπάρχουν, εφόσον τα πράγματα έχουν δημιουργηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων, να καταπιάνεται, εν πολλοίς, ο κάθε επιμελής φοιτητής, με το διάβασμα για την επερχόμενη εξεταστική. Η κατάσταση αυτή βρίσκει τη φυσική της συνέχεια στο επίπεδο της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, όπου ακόμη κι αν βρεθεί λίγος ελεύθερος χρόνος από τις υποχρεώσεις και το καθημερινό άγχος, οι αυτοματισμοί που έχουν εντυπωθεί είναι πλέον πολύ ισχυροί και δύσκολα ο παλμός της πραγματικής (εσωτερικής) βούλησης μπορεί να τους ισοπεδώσει για να αναδυθεί στην επιφάνεια της ανθρώπινης συμπεριφοράς και να καταστήσει τον άνθρωπο ικανό να βιώσει τη ζωή του και όχι να την αφήνει να περνά από μπρος του, συμπεριφερόμενος ως απλό εμπειρικό υποκείμενο. Και πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι διαφορετικό άλλωστε, στην εποχή των νεωτερικών εκρήξεων6; Στην εποχή που όλοι βρισκόμαστε μαζί και όλοι είμαστε μόνοι7. Στην εποχή που χορεύουμε γύρω από το πτώμα της πνιγμένης αυτεξουσιότητας, στους ρυθμούς μιας προσχεδιασμένης και ανώμαλης αιτιοκρατίας.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν θα αντιληφθούμε ότι από την πρώτη κιόλας περίοδο που η νεωτερικότητα άρχισε να αποκτά ιστορική υπόσταση στην Ευρώπη, η γιορτή των Χριστουγέννων θεωρήθηκε ως επικίνδυνο κατάλοιπο αρχαίων και μεσαιωνικών θρησκευτικών παραδόσεων. Η λεγόμενη κοσμοαντίληψη των «φώτων», ο Διαφωτισμός δηλαδή, είχε αναλάβει επί έναν και πλέον αιώνα (από το δεύτερο μισό του 17ου έως και το τέλος του 18ου αιώνα μ.Χ), την υπονόμευση των τρόπων ζωής που είχαν δημιουργήσει τα ευρωπαϊκά έθνη. Όταν η πνευματική σπορά του Διαφωτισμού γονιμοποιήθηκε, η Ευρώπη εισήλθε στην εποχή της νεωτερικότητας, μιας εποχής που, κοντολογίς, χαρακτηρίστηκε από την ανεξαρτητοποίηση της αγοράς από την κοινωνία, από τη βιομηχανοποίηση της παραγωγής, από τη διάρρηξη των κοινωνικών οργανικοτήτων, από την προβολή της ατομικιστικής ανταγωνιστικότητας και από την επικράτηση υλιστικών και διεθνιστικών αντιλήψεων στην απόπειρα ερμηνείας των δραστηριοτήτων της ανθρώπινης ύπαρξης. Το πνεύμα της νέας εποχής δημιούργησε τις κοινωνικές εκείνες δομές, που οδήγησαν σε μαρασμό την πραγματικότητα των Χριστουγέννων και άφησαν στο περιθώριο τις παραδόσεις στο σύνολό τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η κοινωνία της πλέον βιομηχανοποιημένης χώρας εκείνης της εποχής, που δεν ήταν άλλη από τη βρετανική. Κατά τη διάρκεια, σχεδόν, όλου του πρώτου μισού του 19ου αιώνα μ.Χ, στη Μεγάλη Βρετανία ο βιομηχανοποιημένος και αστικός τρόπος ζωής είχε κάνει το εορταστικό χριστουγεννιάτικο πνεύμα, κυριολεκτικά, να ξεχαστεί. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η επαναφορά στο προσκήνιο των χριστουγεννιάτικων εορτασμών, όπως και άλλων παραδόσεων, οφείλεται στη θυελλώδη πολιτισμική αντεπίθεση του Ρομαντισμού και πιο συγκεκριμένα, στη μαγευτική δύναμη της δημιουργικότητας κάποιων συγγραφέων της φανταστικής λογοτεχνίας, με χαρακτηριστικότερο όλων, τον Κάρολο Ντίκενς.

Όντας ο Ρομαντισμός και η φανταστική λογοτεχνία, οι πολιτισμικές εκείνες προτάσεις που απάντησαν με πνοή ζωής στη νεκρή φύση της νεωτερικότητας, κατάφεραν μεταξύ των άλλων, εμπνεόμενες από τους δεκαπενθήμερους εορτασμούς που λάμβαναν χώρα στους αγρούς των φεουδαλικών κοινωνιών συγχωνεύοντας επιρροές του μεσαίωνα και των αρχαίων εποχών, να αναγεννήσουν τη λησμονημένη εορτή στη Γηραιά Αλβιόνα και να πλημμυρίσουν τις καρδιές του κόσμου με το χριστουγεννιάτικο πνεύμα. Το έργο του Ντίκενς που αναμφίβολα επηρέασε όσο κανένα άλλο αυτές τις εξελίξεις ήταν ο «Ύμνος των Χριστουγέννων» με πρωταγωνιστή τον θρυλικό Σκρούτζ. Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, το βιβλίο αυτό επηρέασε τον τρόπο που εορτάζονται σήμερα τα Χριστούγεννα στον Αγγλοσαξονικό κόσμο, περισσότερο -όχι μόνο από οποιοδήποτε άλλο βιβλίο αλλά- απ’ οτιδήποτε άλλο στην ιστορία της ανθρωπότητας, εκτός από τη γέννηση του ίδιου του Χριστού! Ωστόσο, για να είμαστε ακριβείς, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο Ντίκενς έγραψε τον «Ύμνο των Χριστουγέννων» το 1843 στα πλαίσια της ρομαντικής προσπάθειας για την αναβίωση των χριστουγεννιάτικων εορτών. Η προσπάθεια αυτή, είχε ήδη καταγράψει στο ενεργητικό της ακόμη ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο δεν ήταν άλλο από την απόφαση του πρίγκιπα Αλβέρτου να εισάγει το 1841 από τη Γερμανία -η οποία ήταν τότε η «πρωτεύουσα» του Ρομαντισμού και της φανταστικής λογοτεχνίας- το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Το γεγονός είναι ότι έπειτα απ’ όλες αυτές τις προσπάθειες και κυρίως χάρη στην τεράστια επιρροή των έργων της φανταστικής λογοτεχνίας, τα Χριστούγεννα άρχισαν ξανά να εορτάζονται και να απλώνουν τη μαγική πραγματικότητά τους πάνω από την καθημερινότητα των ανθρώπων, ακόμη και εντός των αστικών κέντρων.

Έκτοτε, γίναμε μάρτυρες ενός καταπληκτικού φαινομένου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων κατέλαβε σε όλο το φάσμα του δυτικού κόσμου τις αστικές πόλεις, τους πυρήνες δηλαδή της νεωτερικότητας! Είναι γεγονός, και μιλώ εκ προσωπικής πείρας αν και νομίζω ότι δεν χρειάζεται να το κάνω για κάτι τόσο προφανές, ότι στην εποχή μας η μαγεία των Χριστουγέννων είναι πιο έντονη στις σύγχρονες μεγάλες πόλεις απ’ ότι στην επαρχία. Οι αρτιότερες δυνατότητες μετακίνησης που μπορούν να φέρουν τον κόσμο πιο κοντά, οι πιο άνετες κλιματολογικές συνθήκες που δημιουργούνται χάρη στην ανεπτυγμένη τεχνολογία, ο πλουσιότερος φωτισμός, οι παραδοσιακές μορφές των καλικάντζαρων και των ντυμένων με βελούδινα ρούχα αϊ Βασίληδων που ξεπηδούν από τα στολισμένα δέντρα στις βιτρίνες των καταστημάτων, όλα αυτά αποτελούν στοιχεία που έχουν να κάνουν με την οικονομική και την τεχνολογική ανάπτυξη, κι όπως έχουμε μάθει η τεχνολογική και η οικονομική ανάπτυξη αποτελούν προϋποθέσεις και χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας. Κι, όμως, τις βλέπουμε να υποτάσσονται στο πνεύμα των ημερών και να διοχετεύουν στις κοινωνίες με τις λειτουργίες τους, την αύρα ενός παραδοσιακού εθίμου! Γιατί η χριστουγεννιάτικη πραγματικότητα έχει γίνει τόσο ισχυρή, ώστε καταφέρνει να αδειάσει τη νεωτερικότητα από περιεχόμενο κατά τη διάρκεια των ημερών της και να κάνει τις δομές της (νεωτερικότητας), πυρήνες διοχέτευσης του χριστουγεννιάτικου πνεύματος. Είναι βέβαια, γεγονός ότι με αυτό τον τρόπο εμπορευματοποιούνται κάποια στοιχεία των Χριστουγέννων. Νομίζω, όμως, ότι αυτό αποδεικνύει την ήττα του πνεύματος της νεωτερικότητας, το οποίο σε αυτή τη χρονική περίοδο και κάθε χρόνο, αναγκάζεται να συρθεί στις ατραπούς που χαράσσει η πύρινη αύρα μιας ζωντανής πραγματικότητας. Και σε τελική ανάλυση, δεν βλέπω το μεγάλο δεινό που μπορεί να επιφέρει η διαδικασία του εμπορίου, όταν λαμβάνει χώρα κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις. Το εμπόριο, αποκτά τις επικίνδυνες διαστάσεις της μονομανίας του κέρδους και του υλισμού, αλλά και συνδέεται με όλες τις προεκτάσεις της απανθρωπιάς και της διάθεσης για έλεγχο της πολιτικής, όταν αποδεσμεύεται από τα πλαίσια των κοινωνιών. Επειδή αυτό συνέβη -και συμβαίνει- στα νεωτερικά περιβάλλοντα, δε σημαίνει ότι συνέβαινε πάντα ή ότι θα μπορεί να συμβαίνει και κάτω από οποιεσδήποτε προϋποθέσεις. Όταν το εμπόριο δεν ανεξαρτητοποιείται ως αξία από τις κοινωνίες και οι διαχειριστές του δεν επιχειρούν να το ιεραρχήσουν υψηλότερα από αυτές, σίγουρα μπορεί να αποκτά την υπόσταση μιας απλής κοινωνικής λειτουργίας που ασφαλώς θα έχει και αρκετές θετικές επιπτώσεις. Αυτό συμβαίνει κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων, οι οποίες μάλιστα με το πέρασμα του χρόνου, δείχνουν να αποκτούν μια σαφώς ποιοτικότερη μορφή σε διάφορες εκδηλώσεις τους. Οι ζαχαρουπόλεις και ο ατμοσφαιρικός φωτισμός των πόλεων είναι στοιχεία που κατά το πρόσφατο παρελθόν δεν υπήρχαν. Τα ξωτικά και τα αγιοβασιλάκια με τα βελούδινα ρούχα και τα παράξενα καπέλα είναι σίγουρα πιο όμορφα από τα φουσκωτά που κατασκευάζονταν από νάιλον κάποια χρόνια πριν. Οι κινηματογραφικές ταινίες που βασίζονται σε κείμενα φανταστικής λογοτεχνίας και προβάλλονται -όχι τυχαία- τέτοια εποχή, αποτελούν ένα επιπλέον ευχάριστο γεγονός.

Είναι δεδομένο πως όλα αυτά καθιστούν τα Χριστούγεννα πιο όμορφα, καθώς αποτελούν στοιχεία που ενδυναμώνουν τη μαγεία τους. Ωστόσο, για να μπορέσουμε να καταστούμε κοινωνοί αυτής της μαγείας, χρειάζεται να έχουμε τον απαραίτητο χρόνο για να έρθουμε σε επαφή μαζί της –για να τη ζήσουμε δηλαδή- και τις απαραίτητες πολιτισμικές προδιαγραφές για να μπορέσουμε να την απορροφήσουμε. Κι επειδή οι βαθύτεροι εκφραστές της νεωτερικής κοσμοαντίληψης, (σε αντίθεση με τους ανθρώπους της καθημερινότητας που απλώς αναπαράγουν αυτόματα τις επιταγές της νεωτερικότητας), αντιλαμβάνονται ότι αυτή η υποταγή του κόσμου της νεωτερικότητας σε μια μαγική πραγματικότητα μπορεί να λάβει επικίνδυνες διαστάσεις, κάνουν ό,τι μπορούν για να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, όσον αφορά τα δρώμενα της χώρας μας τουλάχιστον, θεωρώ ότι υπάγεται η απόπειρα κλοπής του χρόνου μας και οι υπόλοιπες πρακτικές στις οποίες προαναφέρθηκα. Μια προσπάθεια που σε γενικές γραμμές αποφέρει καρπούς κάνοντας τους ανθρώπους της εποχής μας να απομένουν ως ετεροκατευθυνόμενες μαριονέτες που διαβιώνουν τον χρόνο της πεπερασμένης ύπαρξής τους μέσα σε νεκρικούς ατομικούς λαβυρίνθους και λειτουργώντας βάση μηχανοποιημένων βιοπολιτισμικών αυτοματισμών. Στη Βρετανία δε, όπου το νεωτερικό μίσος για την χριστουγεννιάτικη παράδοση εκφράστηκε εξαρχής απροκάλυπτα όπως προαναφέραμε, το έτος 2006 αποφασίστηκε η απαγόρευση του εορτασμού των Χριστουγέννων από το βρετανικό δημόσιο. Οι δρόμοι δεν φωταγωγήθηκαν και καμία δημόσια εορταστική εκδήλωση δεν πραγματοποιήθηκε. Κι όλα αυτά, γιατί η νεωτερική πολιτεία της παγκοσμιοποίησης, θεώρησε ότι οι δημόσιες εορταστικές εκδηλώσεις θα δημιουργούσαν δυσφορία στους ξένους οικονομικούς πρόσφυγες (sic).

Μέσα σε αυτή την αρρωστημένη εποχή, θεωρώ ότι τα Χριστούγεννα μπορούν να δυναμώσουν τη σπίθα της ζωής. Κι αυτό, γιατί μηνύουν τη γέννηση της Ελπίδας, σπέρνουν βάσιμες υποσχέσεις κοινωνικής οργανικότητας, ανοίγουν τις πύλες για μια ονειρικά μυστηριακή πρόσληψη της πραγματικότητας, διαχέουν στη μίζερη καθημερινότητα τις εικόνες της μαγικής πραγματικότητας των μύθων και των παραδόσεων, υπενθυμίζουν λησμονημένες ιστορικές πολιτιστικές ενότητες και ζωντανεύουν, τελικά, τον κόσμο της δύσης. Γιατί αυτός είναι ο κόσμος της δύσης. Ο κόσμος των οργανικών συνόλων, των εθνικών υποστάσεων, της θρησκευτικότητας (ως ψυχικής δυνατότητας και όχι απαραίτητα ως δογματικής πειθαρχίας), του συναισθήματος, της βούλησης, της αίσθησης του ιερού, της φαντασίας, της παράδοσης και των μαγικά ατμοσφαιρικών εικόνων. Αυτός είναι ο πραγματικός δυτικός τρόπος ζωής! Όχι το west way of life των Η.Π.Α και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της υποδούλωσης στην ύλη, του εργαλειακού ορθού λόγου, του ατομικισμού, της ασυδοσίας των διακινητών χρήματος κι εμπορευμάτων, της καταναγκαστικής πολυφυλετικής συνύπαρξης και των άρρωστων ιδεωδών της νεωτερικότητας. Κι επειδή ενδέχεται κάποιοι να το γνωρίζουν καλά, δημιουργούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα κάνουν τους υπόλοιπους να το ξεχάσουν.

Ωστόσο, εμείς έχουμε ισχυρή μνήμη, ευαίσθητη ψυχική υφή, σιδερόφρακτη βούληση, απεριόριστη φαντασία και πάνω απ’ όλα θέληση για ζωή. Ας βιώσουμε, λοιπόν τις ημέρες αυτές σύμφωνα με τις δυνατότητές μας, ας ακούσουμε τη φωνή του Καρόλου Ντίκενς που κατευθύνει τις ιστορικές μας αναδρομές και ας καρφώσουμε το πυρωμένο, αγκάθινο καρφί της ζωής, στις τρυφηλές πλάτες της νεωτερικότητας.

Εύχομαι χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα, υγεία και πολλές νίκες σε όλα τα μέλη της Λέσχης μας και σε όλους τους αναγνώστες του περιοδικού.


Σταμάτης Μαμούτος

Χριστούγεννα 2007.

Υποσημειώσεις

1) Αναφέρομαι στον άνθρωπο του δυτικού κόσμου και των χριστιανικών κοινωνιών.
2) Αντίθετα το Πάσχα εορτάζεται με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό χρόνο στα τρία κύρια χριστιανικά δόγματα.
3) Μερικές φορές διερωτώμαι τι ωραία που θα ήταν αν ο άνθρωπος εκμεταλλευόταν εξολοκλήρου την τεχνολογία παραγωγικά και δεν μετατρεπόταν σε εργαλείο του ψυχρού μηχανιστικού της πνεύματος. Η συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μία από αυτές.
4) Οι εικόνες των αναμνήσεων από τα παιδικά παιχνίδια που μου δώριζαν οι γονείς μου είναι ακόμη διαυγείς, όπως επίσης και οι εφηβικές μου εξορμήσεις στα δισκοπωλεία της Ομόνοιας και του Μοναστηρακίου για την αγορά των αγαπημένων μου βινυλίων, κατά τις πρώτες μέρες των χριστουγεννιάτικων σχολικών διακοπών.
5) Οι τρεις ταινίες του «Άρχοντα των δακτυλιδιών», αλλά και αυτές του «Χάρι Πότερ», των «Χρονικών της Νάρνια», του «Έραγκον» και πολλών άλλων, προβλήθηκαν κατά την περίοδο των Χριστουγέννων ή λίγες μέρες πριν.
6) Κάποιοι αποκαλούν την εποχή μας μετανεωτερική. Πιστεύω ότι οι λόγοι που προβάλλουν προκειμένου να δικαιολογήσουν την άποψή τους αυτή δεν είναι επαρκείς για να με κάνουν να συμφωνήσω μαζί τους, γι’ αυτό προτίμησα να την αποκαλέσω ως εποχή των νεωτερικών εκρήξεων.
7) Από το να συμμετέχει κανείς σε τέτοιες αρρωστημένες ομαδώσεις, θεωρώ αναμφισβήτητα πιο οργανική συμπεριφορά τη μοναξιά, εφόσον αυτή δεν είναι παθητική και συνοδεύεται από νοσταλγία για τις ομορφιές του παρελθόντος και από προσδοκίες για τα οράματα του μέλλοντος.